Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
                                                            Γράφει ο Νικ. Σκαρλάτος
                                              
Εάν ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στην ιστορία θα διαπιστώσουμε ότι, το κέντρο βάρους του παγκόσμιου πολιτισμού μετακινούνταν σταθερά από τ’ ανατολικά προς τα δυτικά, συμβάλλοντας και στη μετακίνηση των οικονομικών κέντρων προς την ίδια κατεύθυνση. Τίποτα συνεπώς στη ζωή δεν μένει μόνιμο και σταθερό, εκτός από τις αρχές, τις αξίες και τους κανόνες, που συνιστούν τα θεμέλια του πολιτισμού.
Ο Ελληνικός πολιτισμός των κλασσικών χρόνων επηρεασμένος από την Ανατολή και το Χριστιανισμό, ανέδειξε τον Ελληνοχριστιανικό, ο οποίος αφού αφομοίωσε το Ρωμαϊκό, έδωσε αυτοκρατορική διάσταση στον Ελληνισμό, μεταφέροντας και το κέντρο βάρους της οικονομίας στη νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη.  Όπως όμως όλες οι αυτοκρατορίες, έτσι και η Βυζαντινή, που πρωταγωνίστησε πολιτισμικά και οικονομικά επί χίλια και πλέον χρόνια, κατέρρευσε, κάτω υπό το βάρος της πολιτιστικής της παρακμής και της επέκτασης των μεταναστευτικών ρευμάτων των νομάδων Σελτζούκων τούρκων στη Μ. Ασία. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία πέρασε στα χέρια μιας νέας στρατοκρατικής τάξης Οθωμανών μουσουλμάνων, οι οποίοι έφθασαν μέχρι τις παρυφές της Βιέννης.
Ο Ελληνισμός βέβαια, συνέχιζε να κρατά τα σκήπτρα της οικονομίας και του πολιτισμού, τα οποία διατήρησε μέχρι την αποκοπή του από το ιστορικό του παρελθόν και τη δημιουργία από τους Βαυαρούς του νεοελληνικού κράτους. Οι Οθωμανοί, αν και οικειοποιήθηκαν τα σύμβολα του Βυζαντίου και έβλεπαν τον εαυτό τους ως τους διαδόχους των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, δεν είχαν πρόταση πολιτισμού και νοήματος στη ζωή. Οι καταπίεση προκάλεσε ένα κύμα φυγής από το Βυζάντιο, το οποίο έφερε την αναγέννηση στη δύση και την άνθηση της οικονομίας στην Ευρώπη. Λίγους αιώνες αργότερα ένα αντίστοιχο ρεύμα θαλασσοπόρων ερευνητών και μεταναστών από τη γηραιά ήπειρο δημιουργούσε τις προϋποθέσεις, για τη μετάδοση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού στην Αμερική και την ανάπτυξη μιας νέας οικονομίας, η οποία, μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, προσέφερε στους αποίκους τη στρατιωτική και οικονομική ηγεμονία στον πλανήτη.  Παρατηρείται συνεπώς μια αμοιβαία σχέση στη μετακίνηση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας με τα μεταναστευτικά ρεύματα, τα οποία αποτελούσαν πάντοτε τα πιο ζωντανά κύτταρα κάθε κοινωνίας. 
Την οικονομική δραστηριότητα ακολουθεί κατά πόδας και η διεθνής πολιτική. Η μετατόπιση του πλούτου αλλάζει τα δεδομένα και τους συσχετισμούς στα συμφέροντα των χωρών. Το «ανήκομεν εις την δύσιν», το επέβαλαν οι συνθήκες, οι συγκυρίες και  η συνταύτιση των ναυτιλιακών συμφερόντων της χώρας με τα συμφέροντα της εκάστοτε θαλασσοκράτειρας δύναμης, όπως ήταν διαχρονικά η Βενετία, η Γαλλία του Μ. Ναπολέοντα, η Αγγλία μετά το 1815 και οι ΗΠΑ μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Οι συγκυρίες, οι λαοί και  οι ηγέτες είναι  οι τρείς παράγοντες που διαμορφώνουν την ιστορία. Ο πρώτος είναι άψυχος, ο δεύτερος ως μάζα ασυνείδητος και ο τρίτος συνειδητός. Οι ηγέτες συνεπώς, είναι ο μοναδικοί συνειδητοί παράγοντες της ιστορίας.
Ηγέτης με όραμα και φαντασία ο Μέγας Κωνσταντίνος, μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη συνειδητά, γιατί οι επικρατούσες συνθήκες και η γεω-οικονομική θέση του Βυζαντίου επέβαλαν τη μετακίνηση της πρωτεύουσας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους στη θέση αυτή. Οι συγκυρίες τον οδήγησαν στην απόφαση να υλοποιήσει  το όραμα του για τη δημιουργία  μιας αυτοκρατορίας Χριστιανικής και πολυπολιτισμικής. Με το διάταγμα των Μεδιολάνων επισημοποίησε το Χριστιανισμό, αλλά επέτρεψε και την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων στους εθνικούς.
Η χάραξη όμως υψηλής στρατηγικής πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα συμφέροντα μιας χώρας και όχι πρόσκαιρα οφέλη. Πρέπει να στηρίζεται σε αναλύσεις, εκτιμήσεις, σχεδίαση, προγραμματισμό και επιστράτευση ή προσαρμογή όλων των προσπαθειών, των μέσων και των δυνάμεων, στην προάσπιση και την επιτυχία των πολιτικών επιδιώξεων της χώρας. Οι στρατηγικές είναι αυτές που αντιμετωπίζουν  αποτελεσματικά τις πραγματικές καταστάσεις, αλλά στρατηγική χωρίς «αντίπαλο» δεν νοείται. Τους αντιπάλους τους επιλέγουμε και τους φίλους αφήνουμε να μας επιλέξουν αυτοί. Η «επιλογή» του αντιπάλου δεν στηρίζεται σε προκαταλήψεις, αλλά  πάνω στη βάση των πραγματικών συμφερόντων. Αντίπαλοι δεν είναι μόνο οι ιστορικοί εχθροί, αλλά και οι κάθε μορφής αποικιοκράτες, που κερδοσκοπούν σε βάρος των λαών, για να τους οδηγήσουν στη χρεοκοπία για να τους αφαιρέσουν την εθνική κυριαρχία,  επιβάλλοντας με τη μέθοδο του «pot latch», (κλείνω ερμητικά στο πιθάρι), όπως τη χαρακτηρίζει η κοινωνιολογία, τις στυγνότερες συνθήκες των πρωτόγονων μορφών αποικιοκρατίας.
Η υψηλή συνεπώς στρατηγική, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, όταν δεν προσαρμόζεται στο εσωτερικό ή διεθνές περιβάλλον. Όταν δεν υπάρχει εσωτερική συνοχή και σχέση, μεταξύ μέσων και στόχων και δεν χρησιμοποιεί αποτελεσματικά ή κατασπαταλά τα διαθέσιμα μέσα της χώρας. Επιδίωξη της στρατηγικής ακόμη, δεν είναι η απάντηση μόνο στο «τι» και τα «θα», αλλά στο «πώς». Γι’ αυτό εντοπίζει και αναλύει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, τη γεω-στρατηγική και γεω-οικονομική της θέση, τις ιστορικές της σχέσεις, τις συγκυρίες, την απόσταση  και τις έννοιες της εγγύτητας και της προσβασιμότητας.
Όταν μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την περίοδο του ψυχρού πολέμου συστήθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έσπευσε να εντάξει συνειδητά τη χώρα σ’ αυτήν, διότι έβλεπε έτσι να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της. Πολλοί βέβαια, χαρακτήριζαν τότε προκλητική την ταύτιση των συμφερόντων της χώρας μας με αυτά των πλούσιων Ευρωπαϊκών χωρών και την παρομοίαζαν με κολύμπι σε βαθειά νερά. Οι οπαδοί βέβαια της ένταξης πίστευαν σε μια Ευρώπη ομόσπονδων κρατών, όπως την οραματίζονταν οι ιδρυτές της και όχι σε μια Γερμανική Ευρώπη.
Όταν ενταχθήκαμε πλήρως στην ΕΟΚ αρχίσαμε ένα ξέφρενο πάρτι σκορπώντας αλόγιστα τα ευρωπαϊκά πακέτα και τα δάνεια, για να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας. Αντί ν’ ασπασθούμε το δόγμα της πολιτικής οικονομίας και να νοικοκυρευτούμε εκσυγχρονίζοντας τις αναπτυξιακές μας υποδομές με το χρήμα που εισέρρεε, συνεχίσαμε να πορευόμαστε με δόγμα την οικονομική στρατηγική, υποτιμώντας το νόμισμα μας για να κάνουμε ελκυστικά τα προϊόντα μας στο εξωτερικό και να διατηρήσουμε σε υποφερτά επίπεδα το εμπορικό μας ισοζύγιο. Έτσι ευτελίσαμε το εθνικό μας νόμισμα φθάνοντας την ισοτιμία του έναντι του δολαρίου από τις 30 στις 300 δραχμές. Έτσι η ανάγκη του υπερδανεισμού για να καλυφθούν τα ελλείμματα λόγω της διάθεσης των προϊόντων μας σ’ εξευτελιστικές τιμές, μας έφερε το 1990 στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μόλις η τιμή του πετρελαίου άρχισε να καλπάζει με την πολεμική κρίση στον Περσικό. Το κράτος δεν είχε να πληρώσει μισθούς και οι πολιτικοί μας παρέδωσαν την διακυβέρνηση της χώρας σε οικουμενική Κυβέρνηση υπό τον καθηγητή Ζολώτα. Μόλις όμως αποκαταστάθηκε η δανειοληπτική μας ικανότητα, ζούσαμε πάλι το όνειρο. Είχαμε πλούσιους πολίτες μας έλεγαν τότε και φτωχό κράτος. Γι’ αυτό έστησαν το χρηματιστήριο και πήραν τα χρήματα από τον αφελή λαό. Το εύκολο χρήμα το απέδιδαν σε θαύμα της Ελλάδος, τέτοιο, που μόνο στη χώρα μας γίνεται, γιατί σύμφωνα με το ανέκδοτο, κατοικούμε τη χώρα που διάλεξε ο Θεός για τον εαυτό του. Αισθανθήκαμε τόσο ισχυροί οικονομικά, που αποφασίσαμε να διεκδικήσουμε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 2004 όλοι μιλούσαν για το «θαύμα» της Ελλάδος. Πίσω όμως έχει η αχλάδα την ουρά, λέει ο λαός. Δεν είχαμε διδαχθεί από το πάθημα της Ατλάντας, που είχε διοργανώσει τους ίδιους αγώνες νωρίτερα. Είχε πέσει επάνω στη χώρα μας όλη τη μαφία των δανειστών, που σήμερα αποκαλούμε «αγορές». Πολλοί απ’ αυτούς, που μας απειλούσαν και τότε, δεν κάνουν άλλη δουλειά. Είναι τραπεζίτες ή “golden boys” και μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
 Έτσι, όταν έσβησαν τα φώτα των αγώνων άρχισαν να έρχονται οι λογαριασμοί. Το χρέος διογκώθηκε και το Μάϊο του 2008 μια υποτίμηση του δολαρίου κατά 30% έκλεισε τη στρόφιγγα του δανεισμού προς τη χώρα μας. Τα συναλλαγματικά αποθέματα δεν έφθαναν για να ξεπληρωθούν το χρέος και οι μισθοί. Ξυπνήσαμε από το όνειρο και διαπιστώσαμε ότι καταστρέψαμε όλο τον παραγωγικό μας ιστό. Ξηλώσαμε απερίσκεπτα τ’ αμπέλια μας  και τις παραδοσιακές μας καλλιέργειες. Κλείσαμε τα ναυπηγεία και τα εργοστάσια μας, συμβάλλοντας βέβαια σ’ αυτό και των συνδικαλιστών με τις παράλογες διεκδικήσεις τους και χάσαμε παραδοσιακές αγορές στη Μέση Ανατολή και τον Αραβικό κόσμο.
Παρά την κρίση όμως, συνεχίζουμε μετά από πέντε χρόνια ύφεσης, να περιμένουμε τους ξένους να μας αναπτύξουν, αντί να στρωθούμε στη δουλειά και να αξιοποιήσουμε ότι μας απέμεινε. Δημιουργήσαμε συσσίτια ανέργων, αντί να μάθουμε τον κόσμο να ψαρεύει. Οι άνεργοι δεν είναι ανήμποροι, αλλά ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας μας. Το κράτος, οι δήμοι και η εκκλησία όφειλαν να τους οργανώσουν και να τους προσφέρουν κοινωνικό ρόλο, για να μην αισθάνονται περιθωριακοί. Ο άνθρωπος δεν είναι δυστυχισμένος όταν δεν έχει να φάει, αλλά όταν είναι άνεργος.  Σ’ αυτό το κατάντημα δεν είχαμε φτάσει ούτε τη δεκαετία του 1940.
Ο Αριστοφάνης στον «Πλούτο» αναφέρει ότι, η πενία υπήρξε η κυριότερη αιτία της κοινωνικής προόδου της Αθήνας, διότι επεξέτεινε τη δράση της προς πάσα κατεύθυνση. Εμείς όμως συνεχίζουμε να περιμένουμε, κάθε φορά που έρχεται η γνωστή «τρόϊκα», την απελευθέρωση της επόμενης δόσης ενός νέου δανείου. Με τόσες δόσεις πάθαμε φαίνεται «Μιθριδατισμό» και δεν μας πιάνει το φάρμακο.
Η δράση όμως του φαρμάκου για να είναι επιτυχής χρειάζεται σωστή διάγνωση της ασθένειας και του προβλήματος. Ανοησία είναι να προσδοκάς διαφορετικά αποτελέσματα ακολουθώντας την ίδια μέθοδο, έλεγε ο Ανστάϊν, δίνοντας τον ορισμό της λέξης.
Η διαμόρφωση συνεπώς μιας νέας στρατηγικής για την πορεία της χώρας, πρέπει να δίδει τεκμηριωμένες και όχι αόριστες απαντήσεις στο πως εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της. Απάντηση άμεση στα ερωτήματα που αναφύονται από τους καθημερινούς προβληματισμούς. Μας συμφέρει η αποικιοκρατική παραμονή μας σε μια Γερμανική Ευρώπη και σ’ ένα σκληρό νόμισμα, που ξεπερνά τους κανόνες που επέβαλαν το 1816 η Αγγλία με το χρυσό και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ με το δολάριο, όταν αναδείχθηκαν σε κοσμοκράτειρες δυνάμεις; Θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της χώρας η έξοδος μας από την Ευρωζώνη και η δημιουργία μιας οικονομικής και πολιτικής ένωσης με τις χώρες του νότου ή  της περιοχής, στα ιστορικά πρότυπα του Βυζαντίου;  Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, η Μεγάλη Βρετανία  έχει προγραμματίσει τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων μετά τις εκλογές την άνοιξη του 2015, με το ερώτημα της πλήρους αποχώρησης από την Ε.Ε.
Είναι καιρός στα πλαίσια μιας νέας στρατηγικής ν’ αποβάλλουμε τις προκαταλήψεις και ν’ απλώσουμε γέφυρες επικοινωνίας με τους γείτονες μας. Ν’  αναλάβουμε πρωτοβουλίες για μια ισότιμη συνεργασία μαζί τους σε όλα τα επίπεδα και όλους τους τομείς, εάν θέλουμε να γίνουμε πάλι πρωταγωνιστές και κυρίαρχοι στον πλούτο της περιοχής μας, αντί να τον εκχωρήσουμε, όπως μεθοδικά το επιδιώκουν, οι κάθε μορφής νέοι σταυροφόροι.
Πριν από μερικά χρόνια, ο πρώην πρόεδρος της Τουρκίας, ο δολοφονηθείς όπως διαπιστώνεται σήμερα Τοργκούτ Οζάλ, είχε κάνει μια ριζοσπαστική πρόταση. Πρότεινε τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τη χώρα μας πάνω στα πρότυπα της Βαλκανικής ομοσπονδίας, όπως την πρότεινε το 1911 ο Γάλλος δημοσιολόγος Ρενέ Πινόν στο εκδοθέν τότε σύγγραμμά του «Η Ευρώπη και η Νέα Τουρκία». Ίσως, εάν εφαρμόζονταν τότε η πρόταση αυτή, η τύχη του Ελληνισμού και της Βαλκανικής, που αποτέλεσε την πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης να ήταν διαφορετική, εάν βέβαια παρεμποδίζονταν και η ανάμειξη των Μ. Δυνάμεων στην περιοχή.  
Κατηγορούμε δογματικά τους Φαναριώτες και τους ανθενωτικούς, οι οποίοι προτιμούσαν «το φέσι του σουλτάνου από την τιάρα του πάπα». Δεν το έκαναν όμως επειδή ήταν αντίθετοι με την ένωση των εκκλησιών, αλλά επειδή επιδίωκαν μια ένωση ισότιμη, στα πλαίσια μιας ομόσπονδης λογικής χωρίς πρωτεία. Η πολιτική τους απέβλεπε στην υπέρβαση και τη  συνεργασία με το σουλτάνο για τη μετεξέλιξη της αυτοκρατορίας σε μια ομοσπονδία εθνών, που θ’ αναβίωνε πάλι, με την κυριαρχία του ελληνικού πολιτισμού, το Βυζάντιο.
Το 1975 μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την επελθούσα στη χώρα μεταπολίτευση, ενταχθήκαμε από το φόβο μιας νέας δικτατορίας και την απειλή ενός Ελληνοτουρκικού πολέμου, εσπευσμένα στην τότε ΕΟΚ. Ενταχθήκαμε χωρίς να το συζητήσουμε και χωρίς δημοψήφισμα, όπως έκαναν άλλες χώρες. Μας υποσχέθηκαν τότε μια ομόσπονδη Ευρώπη ισότιμων εθνών, όπως ισχυρίζονταν οι ηγέτες της ιδρυτικής της διακήρυξης και όχι μια Γερμανική Ευρώπη, που επιβεβαιώνει σήμερα τους ενδοιασμούς δύο μεγάλων πολιτικών φυσιογνωμιών του σοσιαλιστή Μιττεράν και της συντηρητικής Θάτσερ, οι οποίοι φοβούνταν την εξέλιξη αυτή. Η ΕΟΚ βέβαια, δημιουργήθηκε αρχικά ως ένωση Άνθρακα και Χάλυβα μεταξύ των ισχυρών βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, για να εξασφαλίσουν την αυτάρκειά τους σε πρώτες ύλες, μετά την απώλεια των αποικιών τους. Να μη μας φαίνεται σήμερα παράξενη η αποικιοκρατική συμπεριφορά της Γερμανίας. Έπρεπε να το είχαμε υποψιαστεί. Τα έθνη όμως δεν παραδίδονται αμαχητί.
Η Τουρκία χωρίς την ένταξη της στην Ε.Ε διέρχεται σήμερα μια περίοδο πρωτοφανούς ανάπτυξης σε αντίθεση με την πατρίδα μας ή την Κύπρο, οι οποίες πριν από την ένταξη τους στην ΕΕ, δεν είχαν τα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν σήμερα.  Όσο συνεπώς, πιο γρήγορα αναλύσουμε και κατανοήσουμε το νέο περιβάλλον, τόσο περισσότερο θα είμαστε σε θέση να δώσουμε απάντηση στα ερωτήματα, που μας ταλαιπωρούν και να ξαναβρούμε τον εαυτό μας.


Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ

ΠΟΥ  ΘΑΦΤΗΚΕ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

                                                        
                                                    Υπό Νικολάου Σκαρλάτου

          Το ρομαντικό ιδανικό των Κυπρίων αγωνιστών της ΕΟΚΑ, για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, απασχολούσε τον Κυπριακό Ελληνισμό πολύ παλαιότερα από τη Βρετανική κατοχή. Η πρώτη φάση του ζητήματος άρχισε αμέσως μετά την κατάληψη του νησιού το 1571 από τους Τούρκους, ενώ η δεύτερη μετά την επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης, όταν ο Κόμης Καποδίστριας εξέφρασε το 1828 την επιθυμία για ένωση της Κύπρου με το Ελληνικό κράτος.

Τον Αύγουστο του 1911, στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της Θεσσαλονίκης, η οποία βρίσκονταν τότε υπό Οθωμανική κατοχή, αναδημοσιεύθηκε ένα άρθρο της εφημερίδας «Νεότουρκος» με τον τίτλο «ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΚΡΗΤΗ». Στο άρθρο αυτό  ο Δζελάλ Νουρή, αρχισυντάκτης προφανώς της τουρκικής εφημερίδας, σχολίαζε ένα δημοσίευμα των «Τάϊμς», που έφερε στην επιφάνεια η εφημερίδα «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» των Αθηνών. Στο κείμενο, ένα χρόνο πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους, αντικατοπτρίζεται όλο το κλίμα της εποχής για το Κυπριακό.

[ Οι «Τάϊμς», έγραφε ο Δζελάλ Νουρή, το όργανο του αγγλικού συντηρητικού κόμματος, του «μεγάλου ηλιθίου κόμματος», όπως το αποκαλούσε ο Τσάμπερλαϊν, προ της μετά των φιλελευθέρων ρήξεως του, είναι πράγματι μεγάλοι υπό πάσας τας απόψεις, τας διαστάσεις, την σοβαρότητα ακόμη και κατά την… φαντασία. Η δύναμις λοιπόν της φαντασίας του συντάκτη της εφημερίδος αυτής, ώθησε επί του τάπητος, κατά τον «Ταχυδρόμον», ένα πολύ σοβαρό ζήτημα.

Πρόκειται να δωρηθεί στην Ελλάδα η Κύπρος, της Κρήτης ούσης ήδη κλήρου της ιδίας Ελλάδος. Και ως αντιστάθμισμα η Μεγάλη Βρετανία θα λάβει τον λιμένα της Σούδας!
 
Η πρότασις αυτή ήτις φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μυθοπλαστίας ριπτομένη εις το μέσον, υπό των σωβινιστικών εφημερίδων των Αθηνών, θα μας εξέπλητε μεγάλως, εάν προήρχετο εκ των γηραιών «Τάϊμς», αλλ’ ως φαίνεται μεταξύ της παλαιάς και νέας εφημερίδος υπάρχει περιθώριον ως ίσως εκείνο, όπερ υφίσταται μεταξύ των δύο καιρών.

Όπως και αν έχει ας εξετάσουμε τα γεγονότα:
Το 1878 μετά τον ατυχή για την Τουρκία Ρωσο-τουρκικό πόλεμο, τον κίνδυνο διάλυσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την διατάραξη της Ευρωπαϊκής ισορροπίας, εκτιμώντας η Αγγλική κυβέρνηση ότι σώζοντας την Τουρκία, διασώζει τα ζωτικά της συμφέροντα στην περιοχή, θεώρησε υποχρέωσή της να υπερασπιστεί την Οθωμανική ακεραιότητα.
Για το σκοπό αυτό ο λόρδος Βήκονσφηλδ και ο Σεβκέτ πασάς συμφώνησαν ότι:
-Η Αγγλία θα εγγυούνταν την ακεραιότητα του Οθωμανικού κράτους στην Ασία.
-Η Τουρκία θα προχωρούσε σε μεταρρυθμίσεις στην Αρμενία και
- Για την εκτέλεση της υποχρέωσης που ανελάμβανε η Αγγλία έναντι της Τουρκίας η Υψηλή Πύλη θα έθετε στη διάθεσή της το νησί της Κύπρου. Η Μ. Βρετανία θα διοικούσε και θα κατείχε το Σαντζάκι αυτό, το δε περίσσευμα των προσόδων του νησιού θα πληρώνονταν στην Κυρίαρχη Αυλή. Η Πύλη θα διατηρούσε την κυριαρχία του νησιού. ( Υπάρχει λόγος να ληφθεί τούτο υπ’ όψιν, αφού όλαι αι φιλελεύθεραι ή ενωτικαί κυβερνήσεις εσεβάσθησαν μέχρι σήμερον τον όρον τούτον καταβαλλούσαι ακέραιας τας προσόδους της νήσου εις το ταμείον του ημετέρου  χρέους).
- Η νήσος θα επανέλθει εις την Τουρκίαν,  όταν η τελευταία ανακτήσει το Κάρς, το Βατούμ και το Αρδαχάν.
Ουδείς διδάκτωρ του διεθνούς δικαίου, ουδεμία Κυβέρνησις συμπεριλαμβανομένης και της Αγγλικής διαφιλονικεί τα δικαιώματα του Σουλτάνου επί της Κύπρου.
Εάν η Αγγλία θέλει να καταγγείλει την συνθήκην ταύτην, δεν έχει άλλο μέσον ή να επιστρέψει την νήσον εις τον ιδιοκτήτην αυτής. Το δημοσίευμα λοιπόν των «Τάϊμς», καθ’ ο η  Κύπρος δεν δύναται συνωδά το Ευρωπαϊκώ δόγματι, να επανέλθει εις την Τουρκίαν είναι πλέον ή παράδοξον.
Τι είναι αυτό το Ευρωπαϊκόν δόγμα, αν όχι το των «Τάϊμς» των κ.κ ιμπεριαλιστών των Μπέρμιγχαμ και όλων των φανατικών ανεξαρτήτως αποχρώσεως!
Και εις ποίον ανήκει η Κρήτη;
Δεν είναι αληθές ότι όλαι αι Ευρωπαϊκαί Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Αγγλίας, ανανέωσαν από του 1897 την υπόσχεσιν των περί διαφυλάξεως των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Α.Μ του Σουλτάνου επί της νήσου Κρήτης; Είναι εύκολον δια την Αγγλίαν, δια μόνην την Αγγλίαν να οικειοποιηθεί εν τη νοτιο-ανατολική Μεσογείω, την στρατηγικήν ταύτην θέσιν, την απαράμιλλον, την δεσπόζουσαν όλων εκείνων των θαλασσών, ήτις καλείται Σούδα; Τούτον δεν θα  εξέθετεν εις σοβαρόν κίνδυνον την ναυτικήν ισορροπίαν ολοκλήρου της Ανατολής και της Ευρώπης; Η Σούδα εις χείρας των Άγγλων δεν θα είχεν άλλον σκοπόν ή το ν’ αποκρούσει πάσας τας δια την τύχη της Μεσογείου ενδιαφερομένας δυνάμεις: την Γαλλίαν, Ιταλίαν, Αυστροουγγαρίαν, και αυτήν την τόσον απομεμακρυσμένην Ισπανίαν, την Ρωσίαν, χωρίς ν’ αναφέρομεν την Τουρκίαν και τα Βαλκανικά κράτη.
Δια να συντελεστεί το έργον τούτο απαιτείται υπεράνθρωπος προσπάθεια, από μέρους της Αγγλίας, προσπάθεια μη δυναμένη να παραβληθεί προς καταβληθείσαν τω 1897 υπό των ιμπεριαλιστών προς εξάλειψιν εκ του γεωγραφικού χάρτου  των αφρικανικών δημοκρατιών.
Έχομεν στερράν πεποίθησιν ότι τοιαύται προτάσεις δεν θα τύχωσιν της τιμής να ληφθώσι καν υπ’ όψιν υπό φιλελευθέρου υπουργείου οίον το του Άσκουιθ Γκρέϋ ].

Αυτές ήταν οι θέσεις της Τουρκικής πλευράς μέχρι τη συνθήκη της Λοζάνης, η οποία επικύρωσε το 1922 την καταστρεπτική ήττα και ταπείνωση της Ελλάδας στη Μ.  Ασία. Η συνθήκη αυτή ανάμεσα στ’ άλλα ταπεινωτικά, που πρόβλεπε για την Ελλάδα, παραχωρούσε με τα άρθρα 15 και 20 τα Δωδεκάνησα στους Ιταλούς και την Κύπρο τους Άγγλους αντίστοιχα.
           
Ο σκοπός όμως της διάσκεψης αυτής, ήταν ακόμη πιο ευρύς. Δεν είχε στλοχο μόνο την επίλυση των Ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά και  την αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών της Γαλλίας (Αύγουστος του 1920), που είχε συναφθεί μεταξύ των 18 εν συνόλω συμμάχων χωρών της Ευρώπης, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αφ’ ενός και της Τουρκίας αφ’ ετέρου. Στη συνδιάσκεψη της Λοζάνης συμμετείχαν εκπρόσωποι της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Ρουμανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, του Βελγίου, της Πορτογαλίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Στην προεδρία βέβαια εναλλάσσονταν οι αρχηγοί των αντιπροσωπειών Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, οι οποίες ήσαν οι «Προσκαλούσες Δυνάμεις». Η Ρωσία την περίοδο αυτή, κάτω υπό το βάρος σταθεροποίησης του νέου καθεστώτος, που επιβλήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, βρίσκονταν έξω από το παιχνίδι της αναδιανομής των Ανατολικών εδαφών.

Στη διάσκεψη της Λοζάνης, που συνέρχονταν κατά διαστήματα από τις 21 Νοεμβρίου του 1922 μέχρι τις 24 Ιουλίου του 1923, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά έντονο το ενδιαφέρον των ΗΠΑ, οι οποίες έστειλαν ως εκπρόσωπό τους το Γερουσιαστή Χάμιλτον Λεβύ, για να εξασφαλίσει κάποιες παροχές για τις Αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ένα πρακτικό μάλιστα του Φόρεϊν Όφφις, με ημερομηνία 25 Ιουλίου του 1923, ανέφερε ότι: «Οι Αμερικανοί θέλουν να διαπραγματευθούν με τον Ισμέτ (Ινονού) στη Λοζάνη μία χωριστή συνθήκη, με την οποία θα εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους απ’ όσο εμείς (οι Άγγλοι)».

Με τη συνθήκη αυτή οι Τούρκοι διατήρησαν, όπως είχαν ζητήσει, το δικαίωμα να δεχθούν στην επικράτειά τους, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, οποιονδήποτε Κύπριο επιθυμούσε να διατηρήσει την Τουρκική υπηκοότητα, με την υποχρέωση της παραχώρησης γης. Από το 1923 όμως, μέχρι τις 21 Οκτωβρίου του 1927 μόνο 2.500 έως 3.000 περίπου Κύπριοι Μουσουλμάνοι από τις 9.000, επέλεξαν την Τουρκική υπηκοότητα και έφυγαν από το νησί για να εγκατασταθούν στην Τουρκία.

Όπως παρατηρούσε επίσης, το Αγγλικό Υπουργείο των Εξωτερικών, την ίδια περίοδο, «…στο νησί υπήρχε μία Τουρκική παροικία από περίπου πέντε με έξι χιλιάδες άτομα, που γι’ αυτή και την επόμενη γενιά, μπορεί ν’ αποτελέσουν πηγή ανησυχίας για τις αρχές».

Η παρουσία βέβαια αυτής της Τουρκικής παροικίας, αναφέρθηκε πολλές φορές από Άγγλους αξιωματούχους ότι αποτέλεσε, όπως απέδειξαν τα γεγονότα, «πλεονέκτημα για τη χώρα τους από πολιτική άποψη», διότι αξιοποιήθηκε ως τρόπος διαιώνισης της Βρετανικής κυριαρχίας στο νησί. Την ίδια άλλωστε πρακτική εφάρμοσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις εκμεταλλευόμενες τις  μειονότητες.

Την 1η  Μαϊου του 1925, μια επίσημη ανακοίνωση της Βρετανικής Κυβέρνησης, ανακήρυττε την Κύπρο αποικία του Στέμματος και ο ύπατος αρμοστής, παραχώρησε τη θέση του σε Άγγλο Κυβερνήτη. Ένα προηγούμενο μάλιστα διάταγμα, που εκδόθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, προέβλεπε ότι το Συμβούλιο που θα πλαισίωνε το Κυβερνήτη, θ’ αποτελούνταν από εννιά επίσημα μέλη και δεκαπέντε εκλεγμένα, από τα οποία τα 3 (ποσοστό 20%), θα εκλέγονται από τους Μωαμεθανούς εκλογείς και τα 12 (ποσοστό 80%) από τους μη Μωαμεθανούς.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι υποσχέσεις των Άγγλων προς τους Κυπρίους για ένωση του νησιού με την Ελλάδα, αναπτέρωσαν τις προσδοκίες των Ελληνοκυπρίων. Γι’ αυτό και πολλοί Κύπριοι κατετάγησαν πρόθυμα και πολέμησαν στον Αγγλικό στρατό. Γρήγορα όμως οι ελπίδες τους διαψεύσθηκαν, διότι ένα καινούργιο περιβάλλον διαμορφώνονταν στην περιοχή. Η Μ. Βρετανία άρχισε σταδιακά να χάνει την προπολεμική της ισχύ, όπως όλες οι άλλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις.

Ο «Χάρτης του Ατλαντικού», που υπογράφηκε στις 14 Αυγούστου του 1941 επί του Αμερικανικού καταδρομικού «Augusta», στ’ ανοιχτά της Νέας Γης στον Ατλαντικό, μεταξύ του Αμερικανού προέδρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ και του Βρετανού Πρωθυπουργού Ουίνστων  Τσώρτσιλ, όσο και αν για πολλούς θεωρείται πρόδρομος του Ο.Η.Ε, έβαζε ουσιαστικά τη θηλιά στο λαιμό της Αγγλίας και επικύρωνε την Αμερικανική κοσμοκρατορία στον πλανήτη.

Οι αρχές του βέβαια, φαίνονταν ανώδυνες και ελκυστικές. Σηματοδοτούσαν όμως το τέλος της Βρετανικής κυριαρχίας και των άλλων Ευρωπαϊκών Αυτοκρατοριών στον πλανήτη, επιβάλλοντας τη νέα εποχή και νέα τάξη στον κόσμο με την έναρξη της Αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη.

Οι οκτώ βασικές αρχές του χάρτη, πρόβλεπαν:
-Την ανυστεροβουλία των συμμάχων, η οποία συνεπάγονταν τη μη επιδίωξη εδαφικών ή άλλων κερδών από τον πόλεμο.
-Αποκλεισμό κάθε εδαφικής μεταβολής, χωρίς την έγκριση των ενδιαφερομένων πληθυσμών.
-Ελεύθερη επιλογή από τους λαούς των θεσμών με τους οποίους επιθυμούν να ζήσουν, «ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ» των λαών και ελεύθερη επιλογή της μορφής διακυβέρνησης.
-Ελευθερία στην απόκτηση πρώτων υλών, που σημαίνει κατάργηση κάθε είδους φραγμών και εμποδίων στην εξαγωγή και εκμετάλλευσή τους.
-Οικονομική Συνεργασία.
-Εδραίωση της ειρήνης, της ελευθερίας λόγου, συνειδήσεως και κατάργηση του φόβου και της ανέχειας.
-Ελευθερία των θαλασσών και
-Αφοπλισμό.

Η επιλεκτική όμως εφαρμογή των αρχών αυτών στο Κυπριακό, επιβεβαιώνει  περίτρανα  τη ρήση του Θουκυδίδη ότι: οι «Ισχυροί συμπεριφέρονται ανάλογα με την ισχύ τους».

Η αρχή της «ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗΣ» εκτός από την εξυπηρέτηση του ενός και βασικότερου στόχου των ΗΠΑ, που ήταν η αποδυνάμωση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων με την απαλλαγή από τις αποικίες τους, εφαρμόστηκε επιλεκτικά και όπου εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους.  Η Αφρική και η Ασία μετατράπηκαν σε εύκολη λεία του Αμερικάνικου νεοαποικισμού, αλλά η Κύπρος παρέμεινε υπό τον Αγγλικό ζυγό. 

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, όπως διαμορφώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, παίζονταν το γεωπολιτικό παιχνίδι στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, όπου ανήκει και η Κύπρος. Δυστυχώς όμως η Ελληνική και Κυπριακή πλευρά, επαναλαμβάνοντας τα λάθη του 1922, οδήγησαν τον Κυπριακό ελληνισμό  σε μια νέα  μεγάλη καταστροφή το 1974 σκεπάζοντας στα ερείπια και το όραμα της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα.

Ο αγώνας βέβαια της ΕΟΚΑ, συγκίνησε όλο τον κόσμο. Άρχισε την 1η Απριλίου του 1955 με μια σειρά εκρήξεων σε όλο το νησί και έληξε το 1959,  με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, οι οποίες παραχωρούσαν στην Κύπρο την εφικτή για τις περιστάσεις εκείνες Ανεξαρτησία. Το πάθος όμως της πατριωτικής πλειοδοσίας και η έλλειψη διορατικότητας ή εμπιστοσύνης, που έτρεφε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στους Άγγλους, οδήγησαν τον Κύπριο ηγέτη στην καταγγελία των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου με την επιδίωξη αναθεώρησης του Συντάγματος, χωρίς την έγκριση των εγγυητριών δυνάμεων, που ήταν η Ελλάδα, η Τουρκία, αλλά και η Μ. Βρετανία. 



                        Οι πρωτεργάτες Του Κυπριακού αγώνα και οι αγχόνες

Τα γεγονότα που ακολούθησαν την Τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963, οδήγησαν τελικά στη σταδιακή διχοτόμηση του νησιού, όπως την προωθούσε από τη συνθήκη της Λοζάνης ο Ισμέτ Ινονού, ο οποίος στις 17 Μαϊου του 1964, ως πρωθυπουργός πλέον της Τουρκίας, δήλωνε στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση: «Μία ημέρα η Ελλάδα θα συμφωνήσει για την ειρηνική διχοτόμηση της Κύπρου με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ. Όσο οι Έλληνες αρνούνται η μάχη θα συνεχίζεται. Η Τουρκία δεν θα υποχωρήσει. Η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμά της για επέμβαση στο νησί».

Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, εξηγώντας ο ίδιος τις συγκεκαλυμμένες προθέσεις της Τουρκικής Κυβέρνησης ανέφερε ότι: «Επίσημα η Τουρκία προωθεί την ιδέα της διχοτόμησης παρά την Ομοσπονδία».

Ο πόλεμος βέβαια δεν ξεσπά εν αιθρία. Τον βλέπουμε να έρχεται από μακριά. Τα αίτια, που προκαλούν την αντίθεση και τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών ή των κοινοτήτων, επιτείνουν την απειλή του. Προηγούνται βέβαια διαπραγματεύσεις και συνομιλίες που δεν καταλήγουν πουθενά. Οι αντίπαλοι όμως, επιδιδόμενοι σε μια κούρσα εξοπλισμών αναμένουν την κατάλληλη αφορμή, για να υλοποιήσουν τα ιδανικά, τα οποία καλλιεργούν σε όλη τη διάρκεια της προπολεμικής περιόδου. Την αφορμή για την τουρκική εισβολή το 1974, την έδωσε χωρίς αμφιβολία, το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Αυτό όμως κάποιοι το σχεδίασαν, το ενθάρρυναν και το κατέστησαν αναπόφευκτο. «Δια τα επαναστάσεις έλεγε ο Χαρίλαος Τρικούπης, δεν ευθύνονται αυτοί που τας προκαλούν, αλλά αυτοί που καθιστούν αυτάς αναποφεύκτους».


Έτσι το ιδανικό της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, όπως της Ιωνίας και της Αν. Θράκης το 1922, θάφτηκε στα ερείπια του πολέμου. Η έναρξη βέβαια διαδικασιών και νέων συνομιλιών, που συνεχίζονται έκτοτε επί σαράντα χρόνια, χωρίς να καταλήγουν πουθενά, είναι πολύ πιθανόν να φέρουν μια καινούργια πολεμική καταιγίδα.



Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΙΜΟΥΡΗ

Εκ Λαπήθου και τώρα Αγία Βαρβάρα Πάφου

Βιώματα μνήμες και σκέψεις ενός Έλληνα Κύπριου

(Εκδόσεις Επιφανίου 2006)

Συγγραφέας αυτού του βιβλίου είναι ένας Κύπριος γεωργοκτηνοτρόφος, ο οποίος, όπως με πληροφόρησε ο συμπατριώτης του εκ Λαπήθου και αγαπητός φίλος κτηνίατρος Σάββα Χαράλαμπος, με τον οποίο βίωσα την αγωνία του πολέμου το 1974 και μου χάρισε το βιβλίο, διατηρεί στο ποιμνιοστάσιο του μια ολόκληρη βιβλιοθήκη.

Ο Δημήτρης Τσιμούρης, ως πρόσφυγας,  εγκαταστάθηκε μετά τα γεγονότα του 1974 από την όμορφη Λάπηθο στο χωριό της Αγίας Βαρβάρας στην Πάφο. Με τον απλό και καθαρό του λόγο, το γνήσιο, τίμιο και ρεαλιστικό πατριωτισμό του, στέλνει με μια σειρά επιστολών μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου μηνύματα σοφίας, ωριμότητας, ευαισθησίας και καλλιέργειας στους πολιτικούς της πατρίδας μας, που μπορούν ν’ αποτελέσουν πυξίδα για πολλά εθνικά μας θέματα, όπως είναι και το Κυπριακό.

«…Στις 15 Ιανουαρίου του 1950, αναφέρει στο βιβλίο του ο συγγραφέας, ήμουν μόλις δεκατεσσάρων χρόνων. Ο δάσκαλός μου κ. Μιχαλεκίδης δεν έλαβε μέρος στο δημοψήφισμα (για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα) και πέρασε την ημέραν εκείνη στο αγρόκτημά του. Ο κόσμος άρχισε να τον κουτσομπολεύει. Τότε εγώ με το θάρρος του πρώην δασκάλου μου-είμεθα και γείτονες- του λέω:
-Γιατί κύριε δεν πήγες χθες να ψηφίσεις;
-Α, Δημητράκη, μου λέει, θα σου δώσω εξήγηση όχι τώρα, μετά από δέκα χρόνια».

Έκτοτε άρχισε να διαβάζει ιστορικά βιβλία και εφημερίδες. Βιώνοντας εν τω μεταξύ και όλα τα γεγονότα της ΕΟΚΑ, που κατέληξαν στην ανεξαρτησία, αλλά και σ’ αυτά του 1963, που οδήγησαν στις διακοινοτικές συγκρούσεις και άνοιξαν την πόρτα στην Τουρκία με το πραξικόπημα, έλυσε ως ένα βαθμό την απορία του, γιατί ο δάσκαλος του δεν πήγε το 1950 να ψηφίσει στο δημοψήφισμα.

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, μαθαίνοντας ότι ο δάσκαλος του, ο οποίος παρέμεινε εγκλωβισμένος στη Λάπηθο, άρρωστος φιλοξενούνταν μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο σ’ ένα παλιό αρχοντικό στη Λευκωσία, τον επισκέφθηκε θυμίζοντας του και την ερώτηση που του έκανε το 1950. Η απάντηση δε του σοφού εκείνου δασκάλου επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει και ο ίδιος από την πείρα της ζωής.
-Η Κύπρος παιδί μου, του απάντησε ο δάσκαλος, βρίσκεται μεταξύ των τριών Ηπείρων και όποια δύναμη εξασκεί παγκόσμια πολιτική, της είναι απαραίτητη. Άμα κοιτάξεις την ιστορία την πήραν Φοίνικες, Πέρσες, Μέγας Αλέξανδρος, Ρωμαίοι, Ενετοί, Λουζινιανοί, Οθωμανοί και Άγγλοι, ενώ τώρα τη διεκδικούν οι Αμερικανοί. Συνεπώς, ούτε Έλληνες θα την πάρουν, ούτε Τούρκοι.

Μέσα στο βιβλίο ο συγγραφέας περιλαμβάνει όλη την επιστολογραφία, που έχει απευθύνει κατά καιρούς  προς την πολιτική ηγεσία της Κύπρου κατά τις διάφορες φάσεις του Κυπριακού μετά το 1974. Με το θάρρος της γνώμης, που τον διακρίνει, εκφράζει τις σκέψεις και απόψεις ενός απλού και καθημερινού Έλληνα Κύπριου πολίτη, για το σοβαρό αυτό εθνικό θέμα, που ταλαιπωρεί τον Ελληνισμό επί πενήντα και πλέον χρόνια.

Η Κύπρος βέβαια, όπως και η Μικρά Ασία, η Ανατ. Θράκη και άλλες περιοχές με Ελληνικό πληθυσμό μόνο πολιτισμικά μέσα στα Ελληνοχριστιανικά πλαίσια και την οικουμενική αυτοκρατορική διάσταση του Ελληνισμού ανήκαν στον  Ελλάδα και όχι με την έννοια της σημερινής κρατικής οντότητας. Αυτό συνεπώς οφείλουμε να το λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψη στις Εθνικές μας διεκδικήσεις, για να μη βιώσουμε και άλλες Μικρασιατικές ή Κυπριακές τραγωδίες, που οδήγησαν τελικά στην εκρίζωση του Ελληνισμού από τις προαιώνιες του εστίες.

Ο τίμιος και ρεαλιστικός πατριωτισμός προϋποθέτει, ανθρώπινη ωριμότητα, όπως του δασκάλου, ευαισθησία, αλλά και καλλιέργεια, που δυστυχώς δεν διακρίνει πολλούς από τους πολιτικούς μας.

Το βιβλίο αυτό δίνει μια απάντηση στην παρεξηγημένη δυστυχώς έννοια του πατριωτισμού και θ’ ανταμείψει τους αναγνώστες με τη σοφία του. Τα εθνικά δίκαια, όπως έλεγε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, δεν τα καταλαβαίνουν και δεν τα κατανοούν οι Μεγάλοι, όταν αυτά δεν συνδέονται με τα συμφέροντα τους.  


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ

ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ  ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ

                                                                 
                                                                                 Γράφει ο Νικόλαος Π. Σκαρλάτος
Στη Μογγολική Αυτοκρατορία, διηγείται ο Μάρκο Πόλο, υποχρεώνονταν οι ντόπιοι και οι ξένοι ν’ ανταλλάσουν τις πολύτιμες πρώτες ύλες τους με χαρτονόμισμα σε φλοιό σημύδας, που έφερε την αυτοκρατορική σφραγίδα. Τα πολύτιμα μέταλλα και στην αρχαία Ελλάδα συνέθεταν τον πολεμικό θησαυρό, που φυλάσσονταν στο ναό της Αθηνάς στην Ακρόπολη κάθε πόλης. Το κυνήγι των πολύτιμων μετάλλων, αγαθών (μπαχαρικά –καφές) και πρώτων υλών, διαμόρφωνε  ανάλογα, σ’ όλες τις εποχές, την πολεμική ή μιλιταριστική τάση κάθε κράτους.
Ιστορικά, όπως αναφέρει και σε σχετικό του άρθρο στην εφημερίδα «Σερραϊκό θάρρος» της 26ης Απριλίου 2012, ο εκδότης και δημοσιογράφος Αθανάσιος Αραμπατζής, η περίοδος από το 1816, που ίσχυσε ο κανόνας του χρυσού, μέχρι το 1914, έφερε πράγματι μια αξιοσημείωτη οικονομική σταθερότητα στο δυτικό κόσμο. Ήταν όμως ο κανόνας αυτός ο κυριότερος παράγοντας της οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας;
Η ανάλυση της οικονομικής αιτιότητας των πολέμων αρχίζει σήμερα να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πολλές δε σημαντικές θεωρίες αναπτύχθηκαν από την εποχή ακόμη του Πλάτωνα, οι οποίες θεωρούν τους οικονομικούς παράγοντες, ως την πρωταρχική αιτία όλων των πολέμων. Διάσημοι κοινωνιολόγοι, όπως ο Gaston Bouthoul, καθηγητής της Σχολής Ανώτατων Κοινωνικών Σπουδών και Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας της Γαλλίας (Πραγματεία περί πολεμολογίας-Κοινωνιολογία των πολέμων), υποστηρίζουν ότι, η χρυσοφιλία ή μπουλλιονισμός (από την αγγλική λέξη bullion, που σημαίνει ράβδος χρυσού), η κερδοσκοπία, η επιδίωξη της αυτάρκειας και οι οικονομικές στρατηγικές ελέγχου του συναλλάγματος, συνιστούν τις τέσσερις θεμελιωμένες οικονομικές πολιτικές, που οδηγούν στην προπαρασκευή των πολέμων.
Στη διεθνή όμως πολιτική σκηνή, οι κανόνες επιβάλλονται από τους ισχυρούς  και αυτούς που κυριαρχούν στον κόσμο, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Γράφοντας πριν από μερικά χρόνια ο Ουίλιαμ Πφάφ στο περιοδικό «Φορέϊν Αφέαρς» για την παγκοσμιοποίηση του 1900, τόνιζε ότι, η κυρίαρχη φιλοσοφία που επικρατούσε την εποχή εκείνη,  ήθελε τα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων αλληλένδετα.  Πολλοί επίσης, θεωρούσαν αδιανόητους τους πολέμους μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, επειδή η ύπαρξη Αυτοκρατοριών και η σύνδεση των κυκλοφορούντων χαρτονομισμάτων με την αντίστοιχη διατήρηση αποθεμάτων χρυσού είχαν κάνει την διεθνή οικονομία πιο «παγκοσμιοποιημένη», απ’ όσο είναι σήμερα. Οι δύο βέβαια παγκόσμιοι πόλεμοι, διέψευσαν όσους εκτιμούσαν ότι η οικονομική αυτή πολιτική απομάκρυνε τις οικονομικές κρίσεις και τον πόλεμο. Πως ήταν όμως διαμορφωμένη το 1816 η παγκόσμια και Ευρωπαϊκή συγκυρία,  όταν θεσπίστηκε ο κανόνας του χρυσού και ποιοί  λόγοι τον επέβαλαν;
Περί τα τέλη του 1815 (5 Νοεμβρίου1815) υπογράφτηκε στο Παρίσι η ομώνυμη συνθήκη μεταξύ της Γαλλίας του Ναπολέοντα και των τεσσάρων  Συμμαχικών Μεγάλων Δυνάμεων (Αυστρίας, Ρωσίας, Αγγλίας και Πρωσίας). Με τη συνθήκη αυτή, η οποία σηματοδοτεί το τέλος ενός «Ευρωπαϊκού πολέμου»,  άρχιζε μια νέα περίοδος από την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και την ανάδειξη στο προσκήνιο της Αγγλίας, ως της ισχυρότερης παγκόσμιας υπερδύναμης. Η Αγγλία, μετά την ήττα και καταστροφή των δυνάμεων του διαφωτισμού αναδείχθηκε ως η νέα θαλασσοκράτειρα, διαδεχθείσα τη Βενετία και τη Γαλλία. Ως κυρίαρχη πλέον του παιχνιδιού, όπως είναι σήμερα οι ΗΠΑ, επέβαλλε  τους δικούς της όρους στις εμπορικές συναλλαγές και τις πολιτικές ελέγχου συναλλάγματος. Τα κράτη της γηραιάς ηπείρου υποχρεώθηκαν να διατηρήσουν το «Status Quo». Η επιβολή όμως του κανόνα χρυσού,  εξασφάλισε στη νέα στρατιωτική και οικονομική υπερδύναμη την κυριαρχία στις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές. Η αξία των νομισμάτων όλων των χωρών συνδέθηκε με τη Αγγλική χρυσή λίρα.   Από το εμπορικό ισοζύγιο αποκαλύπτονταν η φθορά των νομισμάτων και η κατάσταση των οικονομιών όλων των χωρών, διότι ήταν αναγκασμένα τα κράτη να συμμορφώνονται με τις ελεύθερες κοστολογήσεις των διεθνών αγορών. Ο χρυσός, όπως λέει και ένας Άγγλος οικονομολόγος είχε γίνει ο αστυφύλακας των κυβερνήσεων.
Οι νομισματικοί βέβαια χειρισμοί άρχισαν σταδιακά να γίνονται περίπλοκοι. Πολλά κράτη εφάρμοσαν τον έλεγχο του συναλλάγματος με σκοπό να διατηρήσουν το ισοζύγιο των εμπορικών τους συναλλαγών. Με διάφορες μεθοδεύσεις παρεμπόδιζαν  την εισαγωγή ξένων προϊόντων, επιδιώκοντας παράλληλα να διατηρήσουν ή ν’ αυξήσουν τις εξαγωγές τους και τ’ αποθέματά τους σε χρυσό. Η διευθυνόμενη  όμως οικονομία και ο έλεγχος των νομισμάτων είναι συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Συνδέονται με την προπαρασκευή των επιθετικών πολέμων.   Γι’ αυτό και κάθε σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, που διαταράσσει την παγκόσμια ισορροπία, είναι ένα βήμα προς αυτόν.
 Η χρυσοφιλία επίσης ή μπουλιονισμός, άρχισε σταδιακά να εξελίσσεται σε κερδοσκοπία. Το δόγμα, που απέβλεπε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων των διαφόρων κρατών, άρχισε σταδιακά, με διάφορες τροποποιήσεις, να κυριαρχεί στην οικονομική πολιτική των κρατών και ν’ αναπτύσσονται διάφορες θεωρίες περί της αυτάρκειας. Η αυτάρκεια όμως, έχει ως κύριο αντικειμενικό σκοπό τη δημιουργία αποθεμάτων, για την αντιμετώπιση των αναγκών του πολέμου.
Ο προστατευτισμός, κατά τους Λίστ, Κρόμβελ και Κολμπέρ, επιτρέπει στα κράτη, που στερούνται πρώτων υλών, να καταστούν ανεξάρτητα από τις εισαγωγές και να γίνουν αυτάρκη σε περίοδο πολέμου.  Η υιοθέτηση της αυτάρκειας και του ελέγχου συναλλάγματος, από την περίοδο ακόμη των αποικιακών πολέμων, τέλη του 18ου αιώνα, οδήγησε τα κράτη στην καθιέρωση μιας οικονομικής στρατηγικής, την οποία όμως, όπως συμβαίνει και σήμερα, ήταν αδύνατο να τελειοποιήσουν  όσο διαρκούσε ο οικονομικός φιλελευθερισμός στις αγορές.
Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο οποίος ήταν πόλεμος για την εξασφάλιση της αυτάρκειας πετρελαίου, ενός άλλου πολύτιμου ενεργειακού ορυκτού μετά την εισαγωγή στη ζωή των μηχανών εσωτερικής καύσης, δημιούργησε αντί να επιλύσει προβλήματα. Μετά την οικονομική κρίση του 1929 και την περιφανή νίκη, το 1932, των δημοκρατικών υπό τον Ρούσβελτ στις ΗΠΑ, αρχίζει μια νέα περίοδος συσχετισμού δυνάμεων και συναλλαγών. Το πετρέλαιο αντικαθιστά ως απόθεμα το χρυσό. Από τα πρώτα μέτρα του Νιού Ντήλ (Νέο Συμβόλαιο), που εφάρμοσε ο νέος Αμερικανός πρόεδρος, ήταν η αναστολή εξόφλησης όλων των χρεών της νέας αναδυόμενης υπερδύναμης και η εγκατάλειψη της χρυσής βάσης από το δολάριο. Το χαρτονόμισμα αυτό ήταν αυτόματα μετατρέψιμο σε χρυσό και η έκδοση του αποδεσμεύθηκε, για να χρηματοδοτηθούν έργα και να δοθούν επιδοτήσεις. Αναχαιτίσθηκε με τον τρόπο αυτό η ζήτηση του χρυσού, ο οποίος ανατιμήθηκε και το δολάριο έχασε το 41% της αξίας του.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι ΗΠΑ ως νέα κοσμοκράτειρα, με μια σειρά διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κλπ, επέβαλαν τον κανόνα του δολαρίου στην κυκλοφορία του κυκλοφορούντος συναλλάγματος και στην αγορά του πετρελαίου. Σπουδαιότερο όμως κέντρο αγοράς του πολύτιμου μετάλλου παρέμεινε, μετά την επανίδρυση της ελεύθερης αγοράς χρυσού, η Μεγάλη Βρετανία. Μετά την επιβολή του κανόνα δολαρίου τ’ αυτάρκη έθνη, για να ευνοήσουν και να επεκτείνουν την έκταση των εμπορικών τους συναλλαγών, οδηγήθηκαν στην απόφαση να συγκροτήσουν διάφορες αγορές με ομάδες δορυφόρων κρατών. Έτσι, εκτός από την ενιαία αποικιακή αγορά της Αγγλικής κοινοπολιτείας, όπου κυρίαρχο νόμισμα ήταν η λίρα Αγγλίας, ιδρύθηκε από τις πιο ισχυρές οικονομικά ευρωπαϊκές χώρες η κοινοπραξία άνθρακα και χάλυβα, προκειμένου οι χώρες αυτές να καταστούν αυτάρκεις στις σημαντικές αυτές πρώτες ύλες για την ανάπτυξή τους. Σταδιακά όμως η κοινοπραξία αυτή εξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), στην οποία εισήλθαν όλες οι χώρες της Ευρώπης που ανήκαν στο Δυτικο-Ευρωπαϊκό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Αντίστοιχη κοινότητα, την ΚΟΜΕΚΟΝ, ίδρυσαν και οι χώρες που ανήκαν στο σύμφωνο της Βαρσοβίας.  Οι συνασπισμοί όμως  αυτοί κατόρθωσαν να φέρουν σε μια μορφή οικονομικής εξάρτησης τις ασθενέστερες οικονομικά χώρες. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι διμερείς συμφωνίες ανταλλαγών σε είδος κατέληξαν να είναι πιο επαχθείς ή βαρύτερες και αυτών των παλαιών αποικιακών καθεστώτων. Η αποικιακής μορφής ένταξη της χώρας μας στη ζώνη του ευρώ είναι σίγουρα χειρότερη αυτής του κανόνα χρυσού ή κανόνα του δολαρίου.
Η πρόσφατη κρίση που ταλαιπωρεί την Ευρωζώνη, όπως είναι διαπιστωμένο ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το Μάη του 2008 με την υποτίμηση κατά 30% του δολαρίου. Με την υποτίμηση του δολαρίου αυξήθηκαν οι εξαγωγές από τις ΗΠΑ και μειώθηκαν οι εισαγωγές, αφού μειώθηκε σημαντικά η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών. Διαταράχθηκε όμως και το παγκόσμιο εμπορικό ισοζύγιο, διότι πλήγηκε η ζώνη του Ευρώ από την μείωση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, όπου κατευθύνονταν ο κύριος όγκος τους. Επακόλουθο ήταν ν’ αυξηθούν τα ελλείμματα και να  εκτιναχθούν  τα  χρέη των αδύναμων οικονομικά χωρών, που ανήκουν στην Ευρωζώνη. Κυρίως όμως επλήγησαν οι αδύναμες οικονομικά χώρες του νότου από το ακριβό ή ανατιμημένο έναντι του δολαρίου Ευρώ, των οποίων το εισόδημα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό. Η υποτίμηση επίσης του δολαρίου εκτίναξε στα ύψη και την τιμή του πετρελαίου ή μαύρου χρυσού και έκανε πιο ακριβά  μια σειρά ευρωπαϊκών προϊόντων εξαρτημένων από το πετρέλαιο.
Οι οικονομικές στρατηγικές κατά τον Gaston Bouthoul, είναι συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Έχουν ως κύριο στόχο ν’ αφαιρούν από τον αντίπαλο την εμπορική υπεροχή, να τον εξοργίζουν ή να τον πτωχαίνουν, βοηθώντας και αναδεικνύοντας οικονομικά νέους και πιο ευπειθείς συμμάχους. Τα ισχυρά επίσης έθνη, προκαλούν την άμιλλα των δορυφόρων τους, αμείβοντας την ευπείθεια τους ή τιμωρώντας όσα έχουν τάση ανεξαρτητοποίησης, με λιγότερη ή περισσότερη γενναιοφροσύνη κατά την αξιολόγηση των οικονομιών τους ή κατά τις εμπορικές τους ανταλλαγές σε είδος.
Εάν βέβαια κυριαρχούσαν στον κόσμο οι χώρες του ΟΠΕΚ είναι πολύ πιθανόν να επέβαλαν τον κανόνα του πετρέλαιο-δολαρίου στις ισοτιμίες των κυκλοφορούντων νομισμάτων.  Δεν είναι τυχαία επίσης και η προέλευση της Αραβικής λέξης «καράτ» (καράτιο), με την οποία προσδιορίζεται η καθαρότητα του χρυσού.  Προέρχεται από την ελληνική λέξη κέρας, το γνωστό ξυλοκέρατο ή χαρούπι, το οποίο αποτελούσε, όπως αναφέρει και η Αγία Γραφή, την πιο πολύτιμη –χρυσή τροφή, για τη διατήρηση του ανθρώπου στη ζωή σε περιόδους λιμών. Μετά τη Γερμανική κατοχή και μέχρι τη δεκαετία του 1950, πωλούνταν το προϊόν αυτό στην Ελλάδα σε όλα τα καταστήματα τροφίμων.
Το κυνήγι των πολύτιμων μετάλλων, αγαθών ή πρώτων υλών και η κερδοσκοπία, όπως εξελίχθηκε ο μπουλλιονισμός, ποικίλουν σε κάθε εποχή, ανάλογα με την πολεμική ατμόσφαιρα και τη μιλιταριστική τάση κάθε κράτους. Σήμερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση εκτίναξε  την τιμή του χρυσού και των άλλων πολύτιμων μετάλλων στα ύψη. Καλπάζοντας ανοδικά ξεπέρασε τα 1600 ευρώ την ουγγιά, ενώ η κερδοσκοπία κυριαρχεί πάλι στην οικονομική πολιτική των ισχυρών οικονομικά κρατών.
Βασιζόμενοι συνεπώς στην ιστορία των τελευταίων εκατό χρόνων, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, κάθε επαναβεβαίωση- υποτίμηση του χαρτονομίσματος συνδέεται με την επιδείνωση του πολεμικού κλίματος. Μεταξύ των ετών 1925 και 1931, ο χρυσός κυκλοφορούσε ελεύθερα, αλλά μόνο σε ράβδους, απαγορευμένης της ελεύθερης νομισματοκοπής. Τα τραπεζογραμμάτια στην περίπτωση αυτή σε χρυσό, αποτελούσαν νόμιμο χρήμα, χωρίς ν’ ανταλλάσσονται απ’ ευθείας. Από το 1933 η διεθνής τιμή χρυσού παρέμενε σταθεροποιημένη στην τιμή των 35 δολαρίων την ουγγιά, παρά την προσπάθεια και τις συζητήσεις που γίνονταν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από την Αγγλία και τις πλουτοπαραγωγικές χώρες, για αύξηση της τιμής στα 45 δολάρια. Το αρνητικό αποτέλεσμα οφείλονταν κυρίως στην απόλυτη αντίθεση των ΗΠΑ σε κάθε αύξηση της τιμής του, οι οποίες δεν είχαν να ωφεληθούν από μια τέτοια μεταβολή της ισοτιμίας.  Αυτό δε θα δημιουργούσε και ευμενέστερες προϋποθέσεις στην αγοραστική ικανότητα της Ρωσίας, από τη διαρκώς αυξανόμενη Ρωσική παραγωγή χρυσού. Η συσσώρευση βέβαια μεγάλων αποθεμάτων χρυσού στις ΗΠΑ, που οφείλονταν σε πολιτικο –οικονομικά αίτια, δημιούργησε πρόβλημα στην κίνηση των διεθνών συναλλαγών. Έτσι κρίθηκε ότι ο χρυσός υπό τη σύγχρονη του μορφή στη διευθυνόμενη οικονομία δεν ήταν απαραίτητος. Η επιστροφή σήμερα των χωρών της ευρωζώνης στον κανόνα του χρυσού και στα εθνικά νομίσματα δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα χωρίς την πάταξη της κερδοσκοπίας.






Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΚΥΠΡΟΣ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ
ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ
                                                   
                                                                     Υπό Νικολάου Σκαρλάτου

Η διατάραξη της  ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, που άρχισε από το 18ο αιώνα, συνεχίσθηκε και τα επόμενα χρόνια. Ήταν αποτέλεσμα της κορύφωσης των ανταγωνισμών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής για την εξασφάλιση της αυτάρκειας τους  και της ελεύθερης διακίνησης της νέα μορφής ενέργειας Οι διασκέψεις βέβαια που ακολουθούσαν μέχρι τότε κάθε πολεμική σύρραξη, εντάσσονται κι’ αυτές μέσα στα πλαίσια του αποκαλούμενου Ανατολικού ζητήματος και τον καθορισμό σφαιρών επιρροής, που εξυπηρετούσαν τα οικονομικά συμφέροντα των Μεγ. Δυνάμεων. Από τις αρχές όμως του 20ου αιώνα, που εντείνεται ο ανταγωνισμός μετά την είσοδο των μηχανών εσωτερικής καύσεως, εμφανίζεται μια νέα μορφή πολέμου  στον πλανήτη. Είναι οι δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως πόλεμοι αυτάρκειας. Πόλεμοι, που προκλήθηκαν από πλούσια έθνη, για την εξασφάλιση των πρώτων υλών ενέργειας, οι οποίοι αντικατέστησαν τους μέχρι τότε γνωστούς, απελευθερωτικούς ή ληστρικούς πολέμους, που γίνονταν από τα φτωχά κυρίως κράτη.  
Όταν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις διαπίστωσαν ότι η Ρωσία, με Δούρειο ίππο τον Πανσλαβισμό, αντί του Χριστιανισμού, επέκτεινε με τη μεγάλη Βουλγαρία την επιρροή της και έβγαινε στο Αιγαίο, συνασπίστηκαν για να ματαιώσουν αυτές τις βλέψεις. Η διάσκεψη του Βερολίνου, που συνήλθε στις 13 Ιουνίου του 1878, ακύρωσε τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878), η οποία υπογράφτηκε λίγους μήνες νωρίτερα, μεταξύ της Ρωσίας και της ηττημένης κατά το Β΄ Ρωσοτουρκικό πόλεμο Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι προσπάθειες  βέβαια της Ρωσίας συνεχίστηκαν και όλα τα επόμενα χρόνια.

Η πανευρωπαϊκή αυτή διάσκεψη, που συνήλθε υπό την προεδρία του Βίσμαρκ και στην οποία συμμετείχαν η Αγγλία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Τουρκία, επέβαλε ακόμη και μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μεταξύ των άλλων δε προέβλεπε και την παραχώρηση διοικητικής αυτονομίας στους Κούρδους και τους Αρμένιους, όταν αυτό θα ήταν πρακτικά εφικτό.  Εμπεριείχε όμως και τους σπόρους του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, διότι εκτός από τις οξύνσεις που προκάλεσε, δεν έδινε μακροπρόθεσμη λύση σε κανένα από τα προβλήματα της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.

Την ίδια χρονιά (1878), με τη «Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας» ή τη γνωστή και ως «Συνθήκη της Κύπρου», που υπογράφτηκε μεταξύ της χρεοκοπημένης, μετά το Ρωσο-τουρκικό πόλεμο, Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Αγγλίας,  περιέρχονταν η Κύπρος και η Αίγυπτος στη Βρετανική κυριαρχία.  Ήταν το αντάλλαγμα που πλήρωσαν οι Οθωμανοί στους Άγγλους, για την προσφερθείσα απ’ αυτούς  οικονομική υποστήριξη κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου.

Η είσοδος στη ζωή των μηχανών εσωτερικής καύσεως και ο εντοπισμός το 1914 των πρώτων αποθεμάτων υδρογονανθράκων στο Ιράκ, οδήγησε σ’ ένα έντονο ανταγωνισμό τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις.  Έτσι, ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ως αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού,  εκτός από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έφερε στη σφαίρα επιρροής και στον έλεγχο της κοσμοκράτειρας από το 1815 Μεγάλης Βρετανίας,  την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό και η χάραξη των συνόρων στην περιοχή, που συνεχίστηκε μέχρι τη διάσκεψη της Λωζάννης του 1923, δεν έλαβε υπ’ όψη της  φυλετικές ή εθνικές παραμέτρους και σε πολλές περιοχές χαράχθηκαν σ’ ευθεία γραμμή, σύμφωνα με τα συμφέροντα τους.  

Οι ΗΠΑ, των οποίων  η εξωτερική πολιτική στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, διαμορφώνονταν μέχρι τότε με βάση τη Βρετανική, απέρριψαν την πρόταση των Βρετανών για συμμετοχή τους στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αναμένοντας προφανώς τη διαμόρφωση του νέου περιβάλλοντος και αντιλαμβανόμενοι τη σημασία, που είχε για τα συμφέροντά τους η περιοχή, άρχισαν μετά τον πόλεμο να εκδηλώνουν εμφανώς τις βλέψεις τους για την περιοχή.

Το 1923, στη διάσκεψη της Λοζάνης εμφανίζονται για πρώτη φορά,  στέλνοντας ως παρατηρητή το Γερουσιαστή Χάμιλτον Λεβύ, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν κάποιες παροχές για τις Αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου. Ένα πρακτικό του Foreign office, με ημερομηνία 25 Ιουλίου, αναφέρει ότι: «Οι Αμερικανοί θέλουν να διαπραγματευτούν με τον Ισμέτ (Ινονού) στη Λοζάνη μια χωριστή συνθήκη, με την οποία θα εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους όρους, απ’ όσο εξασφαλίσαμε εμείς (οι Άγγλοι)». Στην ίδια διάσκεψη, η Τουρκία αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της επί της Κύπρου και η Ελλάδα, αποδέχθηκε τη Βρετανική επικυριαρχία επί της νήσου. Ο Ισμέτ Ινονού δήλωνε όμως, ότι η χώρα του, δεν θ’ αποδέχονταν ποτέ στο μέλλον να καταστεί το Αιγαίο Ελληνική λίμνη.  Δύο χρόνια αργότερα η μεγαλόνησος ανακηρύχθηκε αποικία του Αγγλικού Στέμματος.

Από την περίοδο αυτή αρχίζουν ουσιαστικές συζητήσεις, που κορυφώνουν τον ανταγωνισμό των Ευρωπαϊκών δυνάμεων,  για την εξασφάλιση επιρροής στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Ο ανταγωνισμός αυτός, μετά την οικονομική κρίση του 1929, που οδήγησε τις Κυβερνήσεις των Μεγάλων δυνάμεων στην πολεμική βιομηχανία για την  αντιμετώπιση και της ανεργίας, οδήγησε σταδιακά τις Μεγάλες Δυνάμεις στον απομονωτισμό, που έφερε όπως είναι γνωστό, το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την καταστροφή και χρεοκοπία της Ευρώπης,  την επιβολή της νέας τάξης και την κοσμοκρατορία των ΗΠΑ.  

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μόνιμος και σταθερός στόχος των ΗΠΑ ήταν ο προσεταιρισμός των συνδεδεμένων στο Βρετανικό άρμα περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου. Κύριος σύμμαχος στις επιδιώξεις τους στη Μέση Ανατολή υπήρξε το Κεμαλικό καθεστώς της Τουρκίας, το οποίο παρακολουθώντας τη συμπεριφορά της πέραν του Ατλαντικού αναδυόμενης δύναμης, ακολούθησε ουδέτερη πολιτική στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με το τέλος αυτού του πολέμου οι ΗΠΑ και ο Καναδάς παρήγαγαν και κατανάλωναν το 65% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Το Δεκέμβριο όμως του 1970 η παραγωγή τους κατήλθε στο 21% με σταθερή καθοδική τάση. Σήμερα οι ΗΠΑ καταναλώνουν το 24% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ το 31% των παγκόσμιων αποθεμάτων βρίσκονται στη Μ. Ανατολή. Η Ε.Ε αντίστοιχα προμηθεύεται το 50% των αναγκών της σε πετρέλαιο από ξένες πηγές.
Η εκμετάλλευση των πετρελαίων του Αιγαίου, γίνεται από τη δεκαετία του 1930 κυριότερη αιτία των διαφορών μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, όταν για πρώτη φορά συζητήθηκε το θέμα αυτό σε μια συνάντηση μεταξύ του Κεμάλ και του Βενιζέλου.

Τα γεγονότα που σημάδεψαν το Κυπριακό και τις Ελληνο-Τουρκικές  σχέσεις από τη δεκαετία του 1950 είναι στενά συνδεδεμένα με την εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου χώρου του Αιγαίου. Εντάσσονται όμως, όπως διαπιστώνεται σήμερα και στα πλαίσια των ανταγωνισμών των Μεγάλων Δυνάμεων, για την εξασφάλιση της επιρροής στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου του 1960, που συνάφθηκαν μετά τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων, συνετέλεσαν στην παραχώρηση μιας ευνοϊκής για τα Βρετανικά συμφέροντα ανεξαρτησίας στο νησί. Αναγνώριζαν  όμως παράλληλα και την ύπαρξη Τουρκικής κοινότητας, αντί μειονότητας, που δρομολογούσε εξελίξεις διχοτόμησης. Οι ΗΠΑ, αν και συμφώνησαν αρχικά με τη λύση των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, προωθούσαν σχέδιο για τη διχοτόμηση του νησιού, με διπλή ένωση στις μητέρες πατρίδες, μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα στην Ελλάδα και την Τουρκία ήταν άμεσα συνδεδεμένα με το Κυπριακό και τις συζητήσεις για εκμετάλλευση των πετρελαίων του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Μια δεύτερη συνάντηση, για την εκμετάλλευση των πετρελαίων του Αιγαίου, πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα με τα γεγονότα στην Κύπρο το 1963-64 στην κατοικία του τότε Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον στο Κάμπ Ντεϊβιντ. Στην τριμερή αυτή συνάντηση-διάσκεψη , όπως αναφέρεται, συμμετείχαν εκτός του προέδρου των ΗΠΑ, οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος Γεώργιος Παπανδρέου και της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού, ενώ ως μεταφραστής συμμετείχε και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Για να προχωρήσουν μάλιστα οι συνομιλίες, ο πρόεδρος Τζόνσον παραχώρησε ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων του Αιγαίου, μεγαλύτερο ποσοστό στην Ελλάδα, 12%, έναντι 8% στην Τουρκία. Τότε κατατέθηκε στο τραπέζι και η «διχοτομική» φόρμουλα για επίλυση του Κυπριακού, το γνωστό ως «Σχέδιο Άτσεσον», που θα συνέβαλε στην εξομάλυνση των Ελληνοτουρκικών διαφορών.

Το σχέδιο βέβαια αυτό απορρίφθηκε και από τον Έλληνα πρωθυπουργό και οι συνομιλίες διακόπηκαν, όταν εκτός από τις αντιρρήσεις του Μακαρίου για την παραχώρηση της Καρπασίας στην Τουρκία, ο Ισμέτ Ινονού, ο οποίος το αποδέχθηκε στην αρχή, ζήτησε επί πλέον ως εδαφικά ανταλλάγματα εκτός από το Καστελόριζο και τη Δυτική Θράκη. Έτσι διαπιστώνουμε σήμερα ότι, από τότε ακόμη η Τουρκία επιδίωκε να διαμορφώσει την ΑΟΖ στα μέτρα της, όταν στην Ελλάδα δεν γίνονταν καμιά αναφορά για πετρέλαια στο Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Η απόρριψη αυτού του σχεδίου και το ναυάγιο της συνάντησης των δύο πρωθυπουργών στο Κάμπ Ντέϊβιντ, που οργανώθηκε μετά από πιέσεις των πολυεθνικών πετρελαίου προς την Αμερικανική Κυβέρνηση, δρομολόγησε και τα γεγονότα, που ακολούθησαν στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο μέχρι το 1974.

Οι δύο Αραβο-Ισραηλινοί πόλεμοι εντάσσονται και αυτοί στα πλαίσια των ανταγωνισμών για τα πετρέλαια της περιοχής. Οι πόλεμοι αυτοί είχαν ως συνέπεια την οικονομική και πετρελαϊκή κρίση του 1973. Συνδέονται όμως άμεσα και με τις πολιτικές εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο.

Οι Αμερικανικές εταιρείες  STANTAR OIL, TEXACO και ARAMCO, με την Αγγλική ΒP,   την Ολλανδική SHELL και άλλες μικρότερες Ρωσικές, Καναδικές και Ευρωπαϊκές, γίνονται πρωταγωνίστριες των διεθνών εξελίξεων στην περιοχή. Έτσι, τ’ Αμερικανικά κόμματα, που χρηματοδοτούνται απ’ αυτές, υποχρεώνουν τις Αμερικανικές Κυβερνήσεις να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους και να μεριμνούν για την επίλυση των διαφορών και προβλημάτων που ανακύπτουν στις περιοχές που δραστηριοποιούνται.

Ήδη, από το 1979 γνώριζαν οι ΗΠΑ, ότι ο υποθαλάσσιος χώρος της Κύπρου διέθετε πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου.  Τη χρονιά αυτή η μεγάλη Αμερικανική Εταιρεία American Oil Company, εντόπισε για πρώτη φορά  από δορυφόρο το κοίτασμα αυτό, στο μέσον της θαλάσσιας έκτασης μεταξύ Κύπρου-Αιγύπτου και σε βάθος 500 ποδών.
Το κοίτασμα αυτό, εντοπίζεται 200 χλμ. νότια των ακτών της Κύπρου, 200 χλμ δυτικά των ακτών του Ισραήλ και λίγο περισσότερο των 200 χλμ από τις ακτές της Αιγύπτου.

Μ ε βάση τους υπολογισμούς της εταιρείας Amoco, που συνιστά κοινοπραξία με την American Oil Company εκτείνεται σε έκταση 100 τετραγ. χλμ και η εκμετάλλευση του κρίθηκε τότε ως ιδιαίτερα επικερδής. Το νέο αυτό κοίτασμα, που βρίσκεται σε περιοχή όπου συναντώνται τα όρια των θαλάσσιων συνόρων Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ, φέρεται να είναι μεγαλύτερο των πετρελαίων της Κασπίας, που ως γνωστό θεωρούνταν μέχρι πρότινος μεγαλύτερο των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής. Τ’ αποθέματα του υπολογίζονται σε 8,4 τρις βαρέλια.

Την ίδια χρονιά η εταιρεία American Oil Company, ζήτησε άδεια από την Κυπριακή Κυβέρνηση για παραπέρα έρευνες, θεωρώντας ότι ουσιαστικά το πετρέλαιο βρίσκονταν στην Κυπριακή υφαλοκρηπίδα. Η αίτηση όμως αυτή απορρίφθηκε για πολιτικούς λόγους, θεωρώντας ως δυσμενή τη συγκυρία την περίοδο εκείνη λόγω της Τουρκικής εισβολής. Μια τέτοια ενέργεια εκτιμούσε τότε η Κυπριακή Κυβέρνηση θα οδηγούσε σε πολιτικές περιπλοκές, γι’ αυτό και δεν δόθηκε στη δημοσιότητα το θέμα. Με βάση τότε τις εκτιμήσεις και υπολογισμούς της εταιρείας American Oil Company θα χρειάζονταν δύο χρόνια για ν’ αρχίσει η ανόρυξη του μαύρου χρυσού. 

 Όταν όμως, η Αίγυπτος παραχώρησε άδεια για εκμετάλλευση του θαλάσσιου χώρου της, άρχισε μια έντονη κινητικότητα μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας. Έτσι, το Κυπριακό πήρε μια νέα γεωπολιτική διάσταση, αφού ιστορικά, τα γεωπολιτικά ζητήματα ήταν πάντοτε συνυφασμένα με τις πηγές ενέργειας και τα οικονομικά συμφέροντα

Η Κύπρος, εκτός από τη γεωστρατηγική της θέση, από την οποία ελέγχει τη βόρεια έξοδο της διώρυγας του Σουέζ, τη μεγαλύτερη θαλάσσια οδό διακίνησης μαύρου χρυσού, από την οποία διέρχονταν μέχρι τα τελευταία χρόνια το 70% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, αρχίζει πλέον και η ίδια να γίνεται πετρελαιοπαραγωγός χώρα.

Η Τουρκία έμεινε προσηλωμένη στην άποψη ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.  Γι’ αυτό και διεκδικεί ως ΑΟΖ της, τη μέση γραμμή μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου. Τελευταία όμως, μετά την απόρριψη των ισχυρισμών της από διεθνείς οργανισμούς, υποστηρίζει ότι και οι Τουρκοκύπριοι έχουν δικαιώματα και πρέπει να ωφεληθούν.
Οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) καθορίστηκαν με τη συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1988, που την υπέγραψαν 130 χώρες μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, η οποία είναι ανεξάρτητο κράτος και μέλος του ΟΗΕ. Δεν την υπέγραψαν η Τουρκία και το Ισραήλ, το οποίο όμως αποδέχεται βασικές αρχές της συμφωνίας.
Η Κύπρος από το 2001 με πολύ προσεκτικές κινήσεις εκσυγχρόνισε τη νομοθεσία της για την εξόρυξη υδρογονανθράκων και στις 17 Φεβρ 2003 υπέγραψε την ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Το 2006 ξεκίνησε τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες, τις οποίες ανέθεσε σε Αμερικανικές εταιρείες και στις 15 Φεβρ του 2007 ανακοίνωσε ότι δέχεται προσφορές για άδειες εξόρυξης πετρελαίου και αερίου στην ΑΟΖ της, στα 200 μίλια. Την ίδια χρονιά υπέγραψε συμφωνία ΑΟΖ και με το Λίβανο, για την εκμετάλλευση της οποίας ενδιαφέρθηκε Αμερικανική εταιρεία Ισραηλινών συμφερόντων, ενώ υπέγραψε την ΑΟΖ και με το Ισραήλ. 
Το 2008 ανέλαβε έρευνες με τεχνολογία, που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά παγκόσμια και πουλά ήδη τα δεδομένα ερευνών σε ξένες εταιρείες, εισπράττοντας το ανάλογο ποσοστό.
Αμερικανικές γεωλογικές έρευνες, που έγιναν αρχές του 2010 στην Ανατολική Μεσόγειο εντόπισαν:
-122 τρις πόδια αερίου, όπως το Ρωσικό.
-16 τρις εντοπίστηκαν κοντά στο Ισραήλ περιοχή Λεβιάθαν.
Η Κύπρος έγινε πλέον συνδετικός κρίκος με τα κράτη της περιοχής,  υπογράφοντας με Αίγυπτο και Ισραήλ, συμφωνίες εμπιστευτικότητας και ανταλλαγής πληροφοριών.
Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1979,  που χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη του εικοστού αιώνα και η κατανάλωση μέσα σε ένα αιώνα του 50% των παγκόσμιων πετρελαϊκών αποθεμάτων, οδήγησε όλες τις χώρες στην αναζήτηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας και νέων πηγών. Μετά  την κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, το 1990, οι Αμερικανοί έγιναν απόλυτοι κυρίαρχοι στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η παρέμβαση τους στο Κυπριακό είναι καθοριστική, για μια μόνιμη και βιώσιμη λύση στο νησί.

Πολλοί αναλυτές, αλλά και Έλληνες πολιτικοί ισχυρίζονταν μετά το 1974 ότι, αν η Κύπρος είχε πετρέλαιο θα είχε λυθεί το Κυπριακό, όπως στην περίπτωση του Κουβέϊτ. Ο εντοπισμός όμως και η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων μόνο αστάθεια προκαλεί στις χώρες, που ανήκουν τα κοιτάσματα.  Η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεύτερη παγκόσμια οικονομικά δύναμη, στην οποία έχει ενταχθεί και η Κύπρος, ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ στην επιδίωξη εξασφάλισης της ενεργειακής της αυτάρκειας.  Δεν έπαυσε όμως ν’ αποτελεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο προτεκτοράτο της πέραν του Ατλαντικού μοναδικής σήμερα υπερδύναμης, όπως κατά καιρούς ισχυρίζονται Αμερικανοί αξιωματούχοι, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Μπρεζίνσκι, σύμβουλος ασφαλείας του πρώην Αμερικανού προέδρου Κλίντον.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της British Petroleum, που έγιναν το 2008, τα παγκόσμια αποθέματα ανέρχονται σε 1230 Δισεκατ. Βαρέλια και η ετήσια σε 31 δις Βαρέλια. Σύμφωνα με στοιχεία του 2007 τα οχήματα αυξήθηκαν κατά 38% στην Κίνα και 17% στην Ινδία, που αυξάνουν σημαντικά την παγκόσμια ζήτηση.
Η Τουρκική πλευρά, εμμένοντας στις θέσεις της, και αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων, προωθεί  κάτω υπό το μανδύα της συνομοσπονδίας, μια διχοτομική λύση στο Κυπριακό, επιδιώκοντας ένα ακόμη βήμα στις επιδιώξεις της.

Με πολεμικά της πλοία επιχειρεί να δημιουργεί κλίμα έντασης στην περιοχή, ενώ στις 30 Ιαν 2007 εξέδωσε ανακοίνωση με τον ισχυρισμό ότι η ίδια έχει συμφέροντα στην περιοχή, αντιδρώντας και στην συμφωνία της Κύπρου με το Ισραήλ, την οποία απέρριψε η χώρα αυτή. Απορρίπτει την ομοσπονδιακή λύση, την οποία σήμερα  έχει αποδεχθεί η Ελληνική πλευρά, που θα έχει και το ανάλογο οικονομικό όφελος για τους Τουρκοκυπρίους. Υποστηρίζει μια λύση, η οποία με τα σημερινά δεδομένα μόνο τα συμφέροντα της Τουρκίας εξυπηρετεί. Η λύση της συνομοσπονδίας, προβλέπει μια ασθενή κεντρική Κυβέρνηση και ευνοεί μόνο τις διχοτομικές επιδιώξεις της Άγκυρας.  Όταν μάλιστα, ξεπεραστεί και ο σκόπελος του Καστελόριζου τότε θα διεκδικεί τον καθορισμό της Αποκλειστικής Οικονομικής της  Ζώνης (ΑΟΖ), όπως την επιδιώκει από το 1963.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις καθηγητών έγκυρων Αμερικανικών πανεπιστημίων η Κύπρος θα καταστεί η πλουσιότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παραχώρηση όμως δικαιωμάτων για  ανεύρεση και εξόρυξη υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή της νότιας Κύπρου,  όπως και τα δρομολόγια των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου προϋποθέτουν συνθήκες ειρηνικής συνύπαρξης των λαών των περιοχών απ’ όπου διέρχονται. Για το Κυπριακό, όπως και το Ελληνικό φυσικό αέριο εκδηλώνεται έντονο και το Ρωσικό ενδιαφέρον. Κάθε βέβαια χώρα, όπως λέει και ο Θουκυδίδης συμπεριφέρεται ανάλογα με τη λογική της δύναμης της.  Οι υποχωρήσεις, όταν δεν εντάσσονται στα πλαίσια στρατηγικής σχεδίασης οδηγούν πάντοτε στην ήττα.